ἔμβασις

ἔμβᾰσις, εως, ,
A embarkation, Plb.4.10.3; place of entering,

ποταμοῦ Id.3.46.1

; entrance,

τῆς πλατείας Ephes.3

No.71.
2 step, εὔτακτος ἔ. τοῦ ποδός interpol. in Luc.Salt.10.
3 ἐμβάσεις θαλάσσης sea-bathing, Herod.Med. ap. Orib.10.8.11, cf. Alex.Aphr.Pr.1.112; bathing-place,

ποταμὸς παραρρεῖ χωρίον ἔ. ἔχον παγκάλην καὶ εὐειδῆ Aristid.Or.51(27).53

.
4

ἔ. Ὀσίριδος εἰς τὴν σελήνην Plu.2.368c

; of planets,= ἐπέμβασις, Vett.Val.37.5 (pl.).
5 entering into possession, SIG364.77 (Ephesus, pl.).
II that on which one goes or steps, πρόδουλος ἔμβασις ποδός, i.e. a shoe, A.Ag.945.
2 foot, hoof,

δίχηλος E.Ba.740

.
III bathing-tub, bath, Arist.Fr.236, AP12.207 (Strat.), Ath.1.24c;

εἰς τὴν ἔ. τοῦ ἐλαίου κατάβασις Dsc. Eup.1.223

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμβασις — embarkation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμβασις — η βλ. έμβαση …   Dictionary of Greek

  • ἐμβάσει — ἔμβασις embarkation fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐμβάσεϊ , ἔμβασις embarkation fem dat sg (epic) ἔμβασις embarkation fem dat sg (attic ionic) ἐμβά̱σει , ἐμβαίνω step in aor subj act 3rd sg (epic doric) ἐμβά̱σει , ἐμβαίνω step in fut ind mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάσεις — ἔμβασις embarkation fem nom/voc pl (attic epic) ἔμβασις embarkation fem nom/acc pl (attic) ἐμβά̱σεις , ἐμβαίνω step in aor subj act 2nd sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάσεσι — ἔμβασις embarkation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάσεσιν — ἔμβασις embarkation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάσηι — ἔμβασις embarkation fem dat sg (epic) ἐμβά̱σῃ , ἐμβαίνω step in aor part act fem dat sg (attic epic ionic) ἐμβά̱σῃ , ἐμβαίνω step in aor subj act 3rd sg (doric) ἐμβά̱σῃ , ἐμβαίνω step in fut ind mid 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάσης — ἔμβασις embarkation fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐμβά̱σης , ἐμβαίνω step in aor part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμβασιν — ἔμβασις embarkation fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Monemvasía — Μονεμβασία Monemvasía …   Wikipedia Español

  • έμβαση — η (AM ἔμβασις) 1. είσοδος, το να μπαίνει κάποιος σ έναν χώρο 2. το μέρος απ όπου μπαίνει κανείς, η μπασιά νεοελλ. ενίσχυση τόρμου ή σφήνας με αύξηση τού πάχους αρχ. μσν. λεκάνη λουτρού μσν. (για σιτάρι) συγκομιδή αρχ. 1. επιβίβαση σε πλοίο 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.